εποικώ
ρ. [αμετβ]
εγκαθίσταμαι σε ξένη χώρα ως έποικος.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐποικέω, -ῶ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εποικώ», σ. 303. https://navalhistory.gr/lexiko/εποικω/
Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εποικώ
ρ. [αμετβ]
εγκαθίσταμαι σε ξένη χώρα ως έποικος.
< αρχ. ἐποικέω, -ῶ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εποικώ», σ. 303. https://navalhistory.gr/lexiko/εποικω/