επιτροπή
η, ουσ.
ομάδα προσώπων στην οποία έχει ανατεθεί μόνιμη ή προσωρινή εντολή για εποπτεία έργου, για διεκπεραίωση διοικητικής ή διαχειριστικής ή οικονομικής κ.λπ. φύσεως, (φρ.) «συγκρότηση / συνεδρίαση / διάλυση / μέλος / πρόεδρος της επιτροπής», «απεργιακή / διοικητική / κεντρική / εφορευτική / εκκλησιαστική / πρωτοβάθμια / διακομματική / δικαστική / εκτελεστική / διαχειριστική / δευτεροβάθμια / διεθνής / κοινοβουλευτική / εξεταστική / γνωμοδοτική / λιμενική επιτροπή», «Ευρωπαϊκή / Κεντρική Επιτροπή».
Ετυμολογία
< αρχ. ἐπιτροπή [= αναφορά σε διαιτησία] < ἐπιτρέπω, σημδ. από τη γαλλ. commission.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επιτροπή», σ. 300. https://navalhistory.gr/lexiko/επιτροπη/