navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › επισφάλεια

επισφάλεια

η, ουσ.

  1. κατάσταση που εγκυμονεί κίνδυνο, αβεβαιότητα
  2. (οικον.) [ειδικότ.] οφειλόμενο ποσό για την είσπραξη του οποίου υπάρχει αβεβαιότητα.

Ετυμολογία

< μτγν. ἐπισφάλεια [= αστάθεια].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επισφάλεια», σ. 298. https://navalhistory.gr/lexiko/επισφαλεια/