επισφάλεια
η, ουσ.
- κατάσταση που εγκυμονεί κίνδυνο, αβεβαιότητα
- (οικον.) [ειδικότ.] οφειλόμενο ποσό για την είσπραξη του οποίου υπάρχει αβεβαιότητα.
Ετυμολογία
< μτγν. ἐπισφάλεια [= αστάθεια].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επισφάλεια», σ. 298. https://navalhistory.gr/lexiko/επισφαλεια/