άδηλος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που δεν είναι φανερός, συνών. ασαφής, ακαθόριστος, κρυφός, (φρ.) «άδηλοι πόροι», λέγονται τα αδήλωτα προς φορολόγηση έσοδα τα οποία προέρχονται από αφανείς πηγές
- αυτός που εμφανίζει εκκρεμότητες, συνών. αβέβαιος.
Ετυμολογία
< αρχ. ἄδηλος < ἄ- [στερητ.] + δῆλος [= φανερός].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άδηλος», σ. 42. https://navalhistory.gr/lexiko/αδηλοσ/