navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › άδηλος

άδηλος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που δεν είναι φανερός, συνών. ασαφής, ακαθόριστος, κρυφός, (φρ.) «άδηλοι πόροι», λέγονται τα αδήλωτα προς φορολόγηση έσοδα τα οποία προέρχονται από αφανείς πηγές
  2. αυτός που εμφανίζει εκκρεμότητες, συνών. αβέβαιος.

Ετυμολογία

< αρχ. ἄδηλος < ἄ- [στερητ.] + δῆλος [= φανερός].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άδηλος», σ. 42. https://navalhistory.gr/lexiko/αδηλοσ/