επιστρώνω
ρ. [μετβ.]
στρώνω κάτι πάνω σε κάτι άλλο, συνών. καλύπτω, σκεπάζω, αντών. ξεσκεπάζω.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐπι-στορέννυμι, [= 1. στρώνω ή επιστρώνω, 2. σελώνω, σαμαρώνω, φορτώνω].
Παράγωγα
επίστρωμα, επίστρωση, επιστρωτήρας.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επιστρώνω», σ. 298. https://navalhistory.gr/lexiko/επιστρωνω/