επιστροφή
η, ουσ.
- για κάτι που το γυρίζουμε πίσω, το ξαναδίνουμε συνήθως σε αυτόν που του ανήκει
- επάνοδος σε κάποιο τόπο από όπου είχα φύγει, γυρισμός, επανάκαμψη, αντών. αναχώρηση
- επάνοδος σε συνήθειες, σε καταστάσεις του παρελθόντος
- είδος που δεν πουλήθηκε και επέστρεψε εκεί από όπου ξεκίνησε, εκεί από όπου παρήχθηκε
- (φρ.) «επιστροφή ασφαλίστρων / επιταγών / δασμών / φορτίων / φόρων / χρημάτων».
Ετυμολογία
< αρχ. ἐπιστροφή [= γύρισμα, στροφή, περιστροφή, στριφογύρισμα, - λέγεται επίσης για αλλαγή διεύθυνσης με πλεύση σε διάταξη σχήματος «ζιγκ-ζαγκ» και επιστροφή στο λιμάνι] < ἐπιστρέφω.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επιστροφή», σσ. 297-298. https://navalhistory.gr/lexiko/επιστροφη/