επιζήμιος
-α, -ο, επίθ.
- αυτός που προξενεί βλάβη, βλαβερός, ζημία, αντών. ωφέλιμος, επωφελής, εποικοδομητικός, επικερδής
- (φρ.) «επιζήμιος χώρος», ή «διάκενο», στη μηχανολογία ο χώρος που παραμένει ελεύθερος στον κύλινδρο ανάμεσα στην εσωτερική κεφαλή του κυλίνδρου και την κεφαλή του εμβόλου, όταν το αυτό βρίσκεται στο άνω νεκρό σημείο.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐπιζήμιος.
Επιρρήματα
επιζήμια [επίρρ.].
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επιζήμιος», σσ. 288-289. https://navalhistory.gr/lexiko/επιζημιοσ/