navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › επιζήμιος

επιζήμιος

-α, -ο, επίθ.

  1. αυτός που προξενεί βλάβη, βλαβερός, ζημία, αντών. ωφέλιμος, επωφελής, εποικοδομητικός, επικερδής
  2. (φρ.) «επιζήμιος χώρος», ή «διάκενο», στη μηχανολογία ο χώρος που παραμένει ελεύθερος στον κύλινδρο ανάμεσα στην εσωτερική κεφαλή του κυλίνδρου και την κεφαλή του εμβόλου, όταν το αυτό βρίσκεται στο άνω νεκρό σημείο.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐπιζήμιος.

Επιρρήματα

επιζήμια [επίρρ.].

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επιζήμιος», σσ. 288-289. https://navalhistory.gr/lexiko/επιζημιοσ/