ωφέλιμος
-η, -ο, επίθ.
αυτός που φέρνει ωφέλεια, συνών. χρήσιμος, επικερδής, επωφελής, λυσιτελής, πρόσφορος, (φρ.) «ωφέλιμο φορτίο».
Ετυμολογία
< αρχ. ὠφέλιμος.
Επιρρήματα
ωφέλιμα [επίρρ.].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ωφέλιμος», σ. 934. https://navalhistory.gr/lexiko/ωφελιμοσ/