navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › επωφελής

επωφελής

-ής, -ές, [γεν. επωφελ-ούς] επίθ.

αυτός που αποδίδει κέρδος, που γίνεται προς όφελος, ωφέλιμος, χρήσιμος, επικερδής, πρόσφορος, αντών. ανωφελής, επιβλαβής, επιζήμιος.

Ετυμολογία

< μτγν. < έπ(ι)- + -ωφελής < όφελος.

Επιρρήματα

επωφελώς [επίρρ.].

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επωφελής», σ. 305. https://navalhistory.gr/lexiko/επωφελησ/