εξαερωτήρας
Και: εξαερ(ι)ωτής
ο, ουσ.
(μηχανολ.) συσκευή σε βενζινο- και πετρελαιο-/μηχανές, που χρησιμεύει για την ανάμειξη του καύσιμου υγρού με αέρα, συνών. αναμείκτης, καρμπιρατέρ ή καρμπυρατέρ.
Ετυμολογία
< εξαερώνω + -τήρας.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εξαερωτήρας και εξαερ(ι)ωτής», σ. 275. https://navalhistory.gr/lexiko/εξαερωτηρασ-και-εξαεριωτησ/