εξαέρωση
η, ουσ.
- μετατροπή ένος στερεού ή υγρού σώματος σε αέριο, η διαδικασία της εξάτμισης
- η αφαίρεση του αέρα, από κλειστό χώρο μηχανικής συσκευής ή ενός δικτύου σωληνώσεων για την καλύτερη κυκλοφορία του νερού.
Ετυμολογία
< μτγν. ἐξαέρωσις [= εξάτμιση].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εξαέρωση», σ. 275. https://navalhistory.gr/lexiko/εξαερωση/