εντός
επίρρ. τοπικό
- μέσα, εσωτερικά, αντών. εκτός, έξω από
- (χρον.) κατά τη διάρκεια και πριν να λήξει ορισμένο χρονικό διάστημα
- (φρ.) «εντός του σκάφους / του πλοίου / των ορίων / του πλαισίου / του σχήματος / του χρόνου» κ.λπ.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐντός.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εντός», σ. 273. https://navalhistory.gr/lexiko/εντοσ/