navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εντολέας

εντολέας

ο/η, ουσ.

  1. αυτός/η, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που δίνει εντολή σε κάποιον άλλο να εκτελέσει πράξη ή να διευθετήσει υπόθεση, συνών. εντολοδότης, αντών. εντολοδόχος
  2. (νομ.) αυτός/η που αναθέτει σε άλλον τη διεκπεραίωση κάποιας δικαστικής υπόθεσης.

Ετυμολογία

< μτγν. ἐντολεύς.

Συνώνυμα στο λεξικό

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εντολέας», σ. 272. https://navalhistory.gr/lexiko/εντολεασ/