εντολέας
ο/η, ουσ.
- αυτός/η, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που δίνει εντολή σε κάποιον άλλο να εκτελέσει πράξη ή να διευθετήσει υπόθεση, συνών. εντολοδότης, αντών. εντολοδόχος
- (νομ.) αυτός/η που αναθέτει σε άλλον τη διεκπεραίωση κάποιας δικαστικής υπόθεσης.
Ετυμολογία
< μτγν. ἐντολεύς.
Συνώνυμα στο λεξικό
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εντολέας», σ. 272. https://navalhistory.gr/lexiko/εντολεασ/