navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › ενέχυρο

ενέχυρο

το, ουσ.

  1. (νομ.) εμπράγματο δικαίωμα που εξασφαλίζει ο δανειστής, σε περίπτωση μη καταβολής χρέους από τον δανειζόμενο
  2. το αντικείμενο που εναποθέτει ο δανειζόμενος ως εγγύηση για το ποσό των χρημάτων που δανείζεται, υποθήκη, αμανάτι.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐνέχυρον < ἐν + ἐχυρός (ἐν ἐχύρῳ = με ασφάλεια) < ἔχω.

Σύνθετα

ενεχυροδανειστής, ενεχυροδανειστήριο.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ενέχυρο», σ. 270. https://navalhistory.gr/lexiko/ενεχυρο/