ενέχυρο
το, ουσ.
- (νομ.) εμπράγματο δικαίωμα που εξασφαλίζει ο δανειστής, σε περίπτωση μη καταβολής χρέους από τον δανειζόμενο
- το αντικείμενο που εναποθέτει ο δανειζόμενος ως εγγύηση για το ποσό των χρημάτων που δανείζεται, υποθήκη, αμανάτι.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐνέχυρον < ἐν + ἐχυρός (ἐν ἐχύρῳ = με ασφάλεια) < ἔχω.
Σύνθετα
ενεχυροδανειστής, ενεχυροδανειστήριο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ενέχυρο», σ. 270. https://navalhistory.gr/lexiko/ενεχυρο/