navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › ένορκος

ένορκος

ο/η, ουσ.

(νομ.) πολίτης που επιλέχτηκε με διαδικασία κλήρωσης από ειδικούς καταλόγους και συμμετέχει μαζί με τακτικούς δικαστές, στην εκδίκαση συγκεκριμένης ποινικής υπόθεσης, (φρ.) «διορισμός ενόρκων», «ετυμηγορία ενόρκων», «δικαστήριο ενόρκων», «σώμα ενόρκων».

Ετυμολογία

< ουσιαστικοποιημένο αρσ. του επιθ. ένορκος < αρχ. ἔνορκος [= δεσμευμένος με όρκο].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ένορκος», σ. 271. https://navalhistory.gr/lexiko/ενορκοσ/