ενέργεια
η, ουσ.
- οτιδήποτε που μπορεί να πραγματοποιηθεί από κάποιον και να αλλάξει την πορεία των πραγμάτων, συνών. δράση, πράξη, λειτουργία, κίνηση
- (διοίκ.) «εν ενεργεία», υπηρεσιακή κατάσταση δημοσίου υπαλλήλου που δεν έχει συνταξιοδοτηθεί και συνεχίζει την εργασία του
- (φυσ.) η ιδιότητα υλικού σώματος να παράγει έργο, ότι μπορεί να μεταβληθεί σε μηχανικό έργο, (φρ.) «ηλιακή / αιολική / γεωθερμική / πυρηνική / δυναμική / θερμική / ηλεκτρική / μηχανική / κινητική / πολεμική / χημική / στρατιωτική κ.λπ.»
- (γραμμ.) διάθεση του ρήματος που φανερώνει ότι το υποκείμενο δρα.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐνέργεια.
Παράγωγα
ενεργειακός.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ενέργεια», σ. 270. https://navalhistory.gr/lexiko/ενεργεια/