navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › ενέργεια

ενέργεια

η, ουσ.

  1. οτιδήποτε που μπορεί να πραγματοποιηθεί από κάποιον και να αλλάξει την πορεία των πραγμάτων, συνών. δράση, πράξη, λειτουργία, κίνηση
  2. (διοίκ.) «εν ενεργεία», υπηρεσιακή κατάσταση δημοσίου υπαλλήλου που δεν έχει συνταξιοδοτηθεί και συνεχίζει την εργασία του
  3. (φυσ.) η ιδιότητα υλικού σώματος να παράγει έργο, ότι μπορεί να μεταβληθεί σε μηχανικό έργο, (φρ.) «ηλιακή / αιολική / γεωθερμική / πυρηνική / δυναμική / θερμική / ηλεκτρική / μηχανική / κινητική / πολεμική / χημική / στρατιωτική κ.λπ.»
  4. (γραμμ.) διάθεση του ρήματος που φανερώνει ότι το υποκείμενο δρα.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐνέργεια.

Παράγωγα

ενεργειακός.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ενέργεια», σ. 270. https://navalhistory.gr/lexiko/ενεργεια/