ενάντιος
-α, -ο, επίθ.
- αυτός που βρίσκεται απέναντι, αντίκρυ
- αυτός που δεν συμφωνεί με τις απόψεις ή τις δράσεις των άλλων, συνών. αντίθετος, ασύμφωνος, 2. αυτός που είναι εχθρικός
- διάφορος, διαφορετικός
- (ειδικότ.) αυτός που δεν είναι ευνοϊκός, συνών. δυσμενής, αντίξοος, (φρ.) «ενάντιος άνεμος / καιρός».
Ετυμολογία
< αρχ. ἐναντίος.
Παράγωγα
εναντιότητα.
Επιρρήματα
ενάντια και εναντίον [επίρρ.].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ενάντιος», σ. 269. https://navalhistory.gr/lexiko/εναντιοσ/