αντίξοος
-η -ο, επίθ.
αυτός που δημιουργεί δυσκολίες και προβλήματα, αυτός που δεν είναι ευνοϊκός, δυσμενής, ενάντιος.
Ετυμολογία
< αρχ. επίθ. ἀντί-ξοος, -ον, [= αντίθετος, ανάποδος] με αρχική σημ. «αυτός που δεν λειάνθηκε, τραχύς».
Παράγωγα
αντιξοότητα [= δυσκολία, αναποδιά].
Επιρρήματα
αντίξοα και αντιξόως [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αντίξοος», σ. 97. https://navalhistory.gr/lexiko/αντιξοοσ/