navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εναρκτήριος

εναρκτήριος

-α, -ο, επίθ.

αυτός με τον οποίο ξεκινά ένα έργο, μια δραστηριότητα, που γίνεται με την έναρξη, (έκφρ.) «εναρκτήριο λάκτισμα».

Ετυμολογία

< εναρκ- (< ἔναρξις) - τήριος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εναρκτήριος», σ. 269. https://navalhistory.gr/lexiko/εναρκτηριοσ/