navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ανάληψη

ανάληψη

η, ουσ.

  1. απόσυρση χρημάτων από την τράπεζα, αντών. κατάθεση
  2. το να αναλαμβάνει κάποιος την πραγματοποίηση ενός έργου
  3. (θρησκ.) ως κύριο όν.: α) η γιορτή της Αναλήψεως, β) η ενσώματη άνοδος του Κυρίου στους ουρανούς, σαράντα ημέρες μετά την Ανάσταση.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀνάληψις, [για την 1η ερμ.] σημδ. από τη γαλλ. prélèvement.

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανάληψη», σ. 80. https://navalhistory.gr/lexiko/αναληψη/