ανάληψη
η, ουσ.
- απόσυρση χρημάτων από την τράπεζα, αντών. κατάθεση
- το να αναλαμβάνει κάποιος την πραγματοποίηση ενός έργου
- (θρησκ.) ως κύριο όν.: α) η γιορτή της Αναλήψεως, β) η ενσώματη άνοδος του Κυρίου στους ουρανούς, σαράντα ημέρες μετά την Ανάσταση.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀνάληψις, [για την 1η ερμ.] σημδ. από τη γαλλ. prélèvement.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανάληψη», σ. 80. https://navalhistory.gr/lexiko/αναληψη/