navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › δίθυρα

δίθυρα

τα, ουσ. [συνήθως στον πληθ.]

(ζωολ.) ομοταξία μαλακίων [μύδια, στρείδια, χτένια, αχιβάδες, πίννες, κυδώνια κ.ά.], των οποίων το κύριο γνώρισμα είναι η παρουσία διπλού οστράκου [θυρίδες], λέγονται επίσης και ακέφαλα ή πελεκύποδα, επειδή το πόδι τους έχει σχήμα τσεκουριού.

Ετυμολογία

< δι(ς) + θύρα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δίθυρα», σ. 222. https://navalhistory.gr/lexiko/διθυρα/