δερματοχελώνα
η, ουσ.

(ζωολ.) [θαλάσσια] η μεγαλύτερη από τις σύγχρονες χελώνες που φτάνει τα 2 μ. μήκος και βάρος έως 600 κιλά, δεν διαθέτει οστέινο καβούκι, η επιστ. της ονομ.: Dermochelys coriacea [διώνυμο].
Ετυμολογία
< δέρμα [γεν. -ατος] + χελώνα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δερματοχελώνα», σ. 203. https://navalhistory.gr/lexiko/δερματοχελωνα/