δέλτα
το, ουσ.
- (γεωγρ.) έκταση τριγωνικού περίπου σχήματος που δημιουργείται από προσχώσεις στις εκβολές των ποταμών
- ειδικό κράμα που χρησιμοποιείται για την χύτευση μηχανών.
Ετυμολογία
< αρχ. δέλτα.
Επιρρήματα
δελτάριο [υποκ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δέλτα», σ. 201. https://navalhistory.gr/lexiko/δελτα/