δεφτέρι
Και: διφτέρι, τεφτέρι
το, ουσ. [γεν. τεφτερ-ιού, -ιών]
τετράδιο έμπορα με πιστωτικούς, κυρίως, λογαριασμούς, συνών. κατάστιχο.
Ετυμολογία
(αντιδάνειο) < όψιμο μσν. < τουρκ. tefter και defter [= 1. τετράδιο, 2. τετράδιο σημειώσεων του μπακάλη, 3. βιβλιάριο, 4. κατάστιχο] < αραβ. diftar < μσν. διφθέριον, υποκ. του αρχ. διφθέρα [= κατεργασμένο δέρμα που χρησίμευε ως μέσο γραφής, μεμβράνη].
Παράγωγα
δεφτερδάρης.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δεφτέρι και διφτέρι και τεφτέρι», σ. 205. https://navalhistory.gr/lexiko/δεφτερι-και-διφτερι-και-τεφτερι/