navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › δέσιμο

δέσιμο

το, ουσ.

η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του δένω:

  1. για σχοινιά, κόμπους, φιόγκους κλωστές, αντικείμενα που δένονται μεταξύ τους με σκοπό τη ενοποίησή τους, για επίδεση πληγών, για συναρμολόγηση μηχανισμών, για βιβλιοδεσία, αλλά και
  2. για ψυχική και συναισθηματική ισορροπία
  3. (μαγειρ. ζαχαρ.) παρασκευή σάλτσας, κρέμας κ.λπ.
  4. (φρ.) [ναυτ.] «δέσιμο πανιού / σολόγκου / μπίντας / λαπάτσας / σκότας / μπαρμπαρέσας / μανταριού / ληγαδούρας».

Ετυμολογία

< δεσ- (< δένω) + -ιμο.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δέσιμο», σ. 203. https://navalhistory.gr/lexiko/δεσιμο/