δέσιμο
το, ουσ.
η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του δένω:
- για σχοινιά, κόμπους, φιόγκους κλωστές, αντικείμενα που δένονται μεταξύ τους με σκοπό τη ενοποίησή τους, για επίδεση πληγών, για συναρμολόγηση μηχανισμών, για βιβλιοδεσία, αλλά και
- για ψυχική και συναισθηματική ισορροπία
- (μαγειρ. ζαχαρ.) παρασκευή σάλτσας, κρέμας κ.λπ.
- (φρ.) [ναυτ.] «δέσιμο πανιού / σολόγκου / μπίντας / λαπάτσας / σκότας / μπαρμπαρέσας / μανταριού / ληγαδούρας».
Ετυμολογία
< δεσ- (< δένω) + -ιμο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δέσιμο», σ. 203. https://navalhistory.gr/lexiko/δεσιμο/