δέμα
το, ουσ.
- η συσκευασία που χρησιμοποιούμε για να πακετάρουμε ένα ή περισσότερα αντικείμενα
- σύνολο πραγμάτων δεμένα μεταξύ τους, συνών. μπόγος, πακέτο.
Ετυμολογία
< μτγν. δέμα.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δέμα», σ. 202. https://navalhistory.gr/lexiko/δεμα/