δελτίο
το, ουσ.
- έντυπο με συγκεκριμένες πληροφορίες
- συνοπτική έκθεση κρατικής υπηρεσίας που περιλαμβάνει τις απαραίτητες οδηγίες για την αποφυγή επικίνδυνων καταστάσεων
- τύπος ταυτότητας
- τίτλος περιοδικού ή εφημερίδας που εκδίδεται από σωματείο ή σύλλογο.
Ετυμολογία
< αρχ. δέλτος [= πίνακας για γράψιμο] > δελτάριο [υποκ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δελτίο», σ. 201. https://navalhistory.gr/lexiko/δελτιο/