δεκάεδρο
το, ουσ.
(γεωμ.) το πολύεδρο εκείνο στερεό σώμα που έχει 10 έδρες.
Ετυμολογία
< δέκα + έδρ(α) + -ο-.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δεκάεδρο», σ. 200. https://navalhistory.gr/lexiko/δεκαεδρο/