navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Γ › γυμνάσιο

γυμνάσιο

το, ουσ.

  1. α) τα σχολικά χρόνια της μέσης εκπαίδευσης που περιλαμβάνουν τρεις τάξεις, β) το σχολικό συγκρότημα
  2. (πληθ.) τα γυμνάσια, στρατιωτικές ασκήσεις

Ετυμολογία

ή καψόνια. (αντιδάνειο) γερμ. Gymnasium < λατιν. gymnasium < αρχ. γυμνάσιον [= α) σωματική άσκηση, β) τόπος φιλοσοφικής εκγύμνασης] < γυμνάζω < γυμνός.

Παράγωγα

γυμνασιακός.

Σύνθετα

γυμνασιοκόριτσο, γυμνασιόπαιδο.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γυμνάσιο», σ. 195. https://navalhistory.gr/lexiko/γυμνασιο/