γλαρίδα
η, ουσ.
(εργαλ.) μεταλλική γλυφίδα κατάλληλη για σκάλισμα μαρμάρινων και ξύλινων επιφανειών, συνών. σμίλη, σκαρπέλο, καλέμι, σμιλάρι.
Ετυμολογία
< αγνώστου ετύμου.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γλαρίδα», σ. 187. https://navalhistory.gr/lexiko/γλαριδα/