γκριζογαλέος
ο, ουσ.
(ιχθυολ.) η επιστημ. του ονομ.: Mustelus mustelus [διώνυμο], είδος που δεν προστατεύεται γι’ αυτό και ο πληθυσμός του φθίνει, τον συναντάμε στον Ατλαντικό Ωκεανό, τον Ινδικό και τη Μεσόγειο Θάλασσα, τρέφεται με καρκινοειδή, κεφαλόποδα και ψάρια, αλιεύεται για το κρέας, το λάδι από το συκώτι του και ως ψαροτροφή.
Ετυμολογία
< γκρίζος + γαλέος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γκριζογαλέος», σ. 186. https://navalhistory.gr/lexiko/γκριζογαλεοσ/