γκρι
το, άκλ. ουσ.
το σταχτί χρώμα.
Ετυμολογία
< γαλλ. gris.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γκρι», σ. 186. https://navalhistory.gr/lexiko/γκρι/
Λεξικό της Θάλασσας › Γ › γκρι
το, άκλ. ουσ.
το σταχτί χρώμα.
< γαλλ. gris.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γκρι», σ. 186. https://navalhistory.gr/lexiko/γκρι/