γκαβάτσα
Και: καβάτσα
η, ουσ.
(ιχθυολ.) το χέλι, κοινή ονομασία τού ψαριού «πλατύρρυγχος ἔγχελυς – ή ἐγχέλυς» [< από τη συγχώνευση της αρχ. λ. ἔχις, γεν. -εως, [= οχιά, έχιδνα] και ενός ουσιαστικού συνώνυμου με την λατιν. anguilla (χέλι)].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γκαβάτσα και καβάτσα», σ. 184. https://navalhistory.gr/lexiko/γκαβατσα-και-καβατσα/