γιάρδα
η, ουσ.
(μαθημ.) αγγλική μονάδα μήκους ισοδύναμη με 0,914 μ. [ίση με 3 πόδια ή 36 δακτύλους], αλλιώς: υάρδα και γυάρδα.
Ετυμολογία
< αγγλ. yard < αρχ. γερμ. gart [= μπαστούνι].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γιάρδα», σ. 183. https://navalhistory.gr/lexiko/γιαρδα/