γερανογέφυρα
η, ουσ.

(τεχνολ.) ανυψωτικό μηχάνημα που μετακινεί βαριά αντικείμενα οριζόντια και κάθετα υποστηριζόμενο από ράγες πάνω στις οποίες κινείται, «τροχοφόρα γερανογέφυρα εμπορευματοκιβωτίων».
Ετυμολογία
< γερανό(ς) + γέφυρα, μτφρδ. από τη γερμ. Kranbrücke.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γερανογέφυρα», σ. 180. https://navalhistory.gr/lexiko/γερανογεφυρα/