γεννήτρια
η, ουσ.

(τεχνολ.) μηχανή που παράγει ηλεκτρικό ρεύμα, ηλεκτρογεννήτρια, (φρ.) «γεννήτρια βενζινοκίνητη / επαγωγική / σουίπ-sweep / μετρητής / μηχανοκίνητη / μαγνητοηλεκτρική / μονοφασική / πολυφασική / σύγχρονη / τόξου / υψηλής συχνότητας / φθίνουσα / τριφασική / τετραπολική / φορτίσεως ηλεκτρικών στηλών».
Ετυμολογία
< μτγν. γεννήτρια [= μητέρα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γεννήτρια», σ. 179. https://navalhistory.gr/lexiko/γεννητρια/