βία
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
- πίεση, εξαναγκασμός
- κακοποίηση
- βιασύνη, γρηγοράδα
- σωματική δύναμη, ρώμη
- (φρ.) «ψυχολογική βία», «δια της βίας», «ανωτέρα βία», «μετά βίας»,
- (μυθολ.) [ως κύρ. όν.:] η *Βία, θεότητα, προσωποποίηση της αφηρημένης έννοιας και δύναμης.
Ετυμολογία
< αρχ. βία.
Παράγωγα
βιάζω, βιασύνη. ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ: Βία, κόρη του Γίγαντα Πάλλαντα και της Στύγγας (Ησίοδ. Θεογ. 383 κ. εξ.). Στη διάρκεια της γιγαντομαχίας βοήθησε τον Δία μαζί με τα αδέλφια της, το Ζήλο, τον Κράτο και τη Νίκη, να αλυσοδέσουν τον Προμηθέα στον Καύκασο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βία», σ. 155. https://navalhistory.gr/lexiko/βια/