βρετανικός
-ή, -ό, επίθ.
αυτός που σχετίζεται με τη Βρετανία, (φρ.) «βρετανική θερινή ώρα / θερμική μονάδα / Κοινοπολιτεία / Κολομβία», «βρετανικός νηογνώμων».
Ετυμολογία
< αρχ. βρετανικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βρετανικός», σ. 167. https://navalhistory.gr/lexiko/βρετανικοσ/