navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Β › βάθος

βάθος

το, ουσ.

  1. η κατακόρυφη απόσταση: α) από την επιφάνεια έως τον πυθμένα του ορύγματος / του λάκκου / του κρατήρα, β) (για υγρά) βυθός, ο πυθμένας της λίμνης / της θάλασσας / του ποταμού / του ωκεανού, γ) ως ένα συγκεκριμένο σημείο μικρό ή μεγάλο
  2. η οριζόντια απόσταση από ένα αρχικό σημείο έως κάποιο τέρμα, π.χ. «H σπηλιά έχει μεγάλο βάθος»,
  3. (για φωτογραφική, κινηματογραφική, τηλεοπτική κ.λπ. εικόνα) η απόσταση ανάμεσα σε δύο σημεία (το κοντινότερο και το μακρινότερο) ενός θέματος, που φαίνονται ευκρινώς
  4. το πολύ ψηλό σημείο, π.χ. «Το αεροπλάνο χάθηκε στα βάθη του ορίζοντα»,
  5. η τρίτη διάσταση, αντίληψη του βάθους ή της απόστασης
  6. το φόντο σ’ ένα επίπεδο έργο, π.χ. σ’ έναν πίνακα ζωγραφικής
  7. το εσωτερικό τμήμα χώρας ή περιοχής, «Τα βάθη της Ανατολής / της Ασίας»,
  8. (στρατ.) η απόσταση από την κεφαλή ως το τέλος της παράταξης ή του σχηματισμού
  9. (μτφ.) α) [χρον.] απώτατο σημείο, β) [τοπ.] το πιο κεντρικό συναισθηματικά σημείο, (έκφρ.) «εκ βάθους ψυχής / καρδίας»,
  10. η ουσία, το καταστάλαγμα, «ανάλυση / τομή / δουλειά / διείσδυση / γνώση σε βάθος», (έκφρ.) «κατά βάθος», η πραγματικότητα σε αντίθεση με την επιφανειακή όψη
  11. (ψυχολ.) «Ψυχολογία του βάθους / του ασυνείδητου»,
  12. (γλωσσ.) «δομή βάθους», αφηρημένη αναπαράσταση των ενδογενών σχέσεων ενός γλωσσικού τύπου
  13. μέγεθος, «έκταση βάθους», «σε βάθος», «σε βάθος και σε πλάτος», «χαίρε βάθος αμέτρητο(ν)», «τα βάθη της γης» [= τα έγκατα]
  14. (έκφρ.) «βάθος καταμετρήσεως / μέγιστον / ορίζοντος / παραλίας / καθελκύσεως / μηχανής / ναυπηγικής κλίνης».

Ετυμολογία

< αρχ. βάθος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βάθος», σ. 143. https://navalhistory.gr/lexiko/βαθοσ/