βάθος
το, ουσ.
- η κατακόρυφη απόσταση: α) από την επιφάνεια έως τον πυθμένα του ορύγματος / του λάκκου / του κρατήρα, β) (για υγρά) βυθός, ο πυθμένας της λίμνης / της θάλασσας / του ποταμού / του ωκεανού, γ) ως ένα συγκεκριμένο σημείο μικρό ή μεγάλο
- η οριζόντια απόσταση από ένα αρχικό σημείο έως κάποιο τέρμα, π.χ. «H σπηλιά έχει μεγάλο βάθος»,
- (για φωτογραφική, κινηματογραφική, τηλεοπτική κ.λπ. εικόνα) η απόσταση ανάμεσα σε δύο σημεία (το κοντινότερο και το μακρινότερο) ενός θέματος, που φαίνονται ευκρινώς
- το πολύ ψηλό σημείο, π.χ. «Το αεροπλάνο χάθηκε στα βάθη του ορίζοντα»,
- η τρίτη διάσταση, αντίληψη του βάθους ή της απόστασης
- το φόντο σ’ ένα επίπεδο έργο, π.χ. σ’ έναν πίνακα ζωγραφικής
- το εσωτερικό τμήμα χώρας ή περιοχής, «Τα βάθη της Ανατολής / της Ασίας»,
- (στρατ.) η απόσταση από την κεφαλή ως το τέλος της παράταξης ή του σχηματισμού
- (μτφ.) α) [χρον.] απώτατο σημείο, β) [τοπ.] το πιο κεντρικό συναισθηματικά σημείο, (έκφρ.) «εκ βάθους ψυχής / καρδίας»,
- η ουσία, το καταστάλαγμα, «ανάλυση / τομή / δουλειά / διείσδυση / γνώση σε βάθος», (έκφρ.) «κατά βάθος», η πραγματικότητα σε αντίθεση με την επιφανειακή όψη
- (ψυχολ.) «Ψυχολογία του βάθους / του ασυνείδητου»,
- (γλωσσ.) «δομή βάθους», αφηρημένη αναπαράσταση των ενδογενών σχέσεων ενός γλωσσικού τύπου
- μέγεθος, «έκταση βάθους», «σε βάθος», «σε βάθος και σε πλάτος», «χαίρε βάθος αμέτρητο(ν)», «τα βάθη της γης» [= τα έγκατα]
- (έκφρ.) «βάθος καταμετρήσεως / μέγιστον / ορίζοντος / παραλίας / καθελκύσεως / μηχανής / ναυπηγικής κλίνης».
Ετυμολογία
< αρχ. βάθος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βάθος», σ. 143. https://navalhistory.gr/lexiko/βαθοσ/