αφυδατώνω
ρ. [μετβ.]
προκαλώ αφυδάτωση, αφαιρώ την ποσότητα της υγρασίας που υπάρχει στο σώμα, αντών. ενυδατώνω.
Ετυμολογία
< αφ- (< από) + [μτγν.] ὑδατ(ῶ) [= είμαι υγρός] + -ώνω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αφυδατώνω», σσ. 138-139. https://navalhistory.gr/lexiko/αφυδατωνω/