ατρικύμιστος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που δεν έχει κύμα, που δεν έχει αναταραχθεί, (φρ.) «ατρικύμιστο πέλαγος», «ατρικύμιστη θάλασσα»,
- (μτφ.) αυτός που δε συνάντησε δυσκολίες στη ζωή του, ήρεμος, γαλήνιος, αντών. τρικυμιώδης.
Ετυμολογία
< α- [στερητ.] + τρικυμίζω.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ατρικύμιστος», σ. 133. https://navalhistory.gr/lexiko/ατρικυμιστοσ/