navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ατρικύμιστος

ατρικύμιστος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που δεν έχει κύμα, που δεν έχει αναταραχθεί, (φρ.) «ατρικύμιστο πέλαγος», «ατρικύμιστη θάλασσα»,
  2. (μτφ.) αυτός που δε συνάντησε δυσκολίες στη ζωή του, ήρεμος, γαλήνιος, αντών. τρικυμιώδης.

Ετυμολογία

< α- [στερητ.] + τρικυμίζω.

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ατρικύμιστος», σ. 133. https://navalhistory.gr/lexiko/ατρικυμιστοσ/