σταρ
το, άκλ. ουσ.

(αθλητ.) τύπος ελαφρού ιστιοπλοϊκού σκάφους με σταθερή καρίνα και ευαίσθητο εξοπλισμό, το μήκος του 6,92 μ. διαθέτει δύο πανιά, μαΐστρα και φλόκο, με πλήρωμα δύο ατόμων ανήκει αγωνιστικά σε ολυμπιακή κατηγορία από το 1932.
Ετυμολογία
< αγγλ. star [= αστέρι].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σταρ», σ. 782. https://navalhistory.gr/lexiko/σταρ/