άσφαλτος
η, ουσ.
- (χημ.) παράγωγο του πετρελαίου, ορυκτός υδρογονάνθρακας, πίσσα
- μείγμα από άσφαλτο και δομικά υλικά κατάλληλο για την επίστρωση δρόμων
- (συνεκδ.) δρόμος ή πλατεία ασφαλτοστρωμένη.
Ετυμολογία
< αρχ. ἄσφαλτος < α- [στερητ.] + σφαλτός < σφάλλω.
Παράγωγα
ασφαλτώνω, ασφαλτούχος.
Σύνθετα
ασφαλτοσκυρόδεμα, ασφαλτοστρώνω, ασφαλτόστρωτος, ασφαλτοστρωτήρας, ασφαλτόστρωση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άσφαλτος», σ. 128. https://navalhistory.gr/lexiko/ασφαλτοσ/