navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › άσφαλτος

άσφαλτος

η, ουσ.

  1. (χημ.) παράγωγο του πετρελαίου, ορυκτός υδρογονάνθρακας, πίσσα
  2. μείγμα από άσφαλτο και δομικά υλικά κατάλληλο για την επίστρωση δρόμων
  3. (συνεκδ.) δρόμος ή πλατεία ασφαλτοστρωμένη.

Ετυμολογία

< αρχ. ἄσφαλτος < α- [στερητ.] + σφαλτός < σφάλλω.

Παράγωγα

ασφαλτώνω, ασφαλτούχος.

Σύνθετα

ασφαλτοσκυρόδεμα, ασφαλτοστρώνω, ασφαλτόστρωτος, ασφαλτοστρωτήρας, ασφαλτόστρωση.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άσφαλτος», σ. 128. https://navalhistory.gr/lexiko/ασφαλτοσ/