απομάκρυνση
η, ουσ.
- μετακίνηση αντικειμένου σε μια απόσταση από κάποιο άλλο σημείο
- εκδίωξη προσώπου από τον τόπο της διαμονής του π.χ. για πολιτικούς λόγους
- (στρατ.) δυνατότητα ενός στρατιωτικού να απομακρυνθεί από την έδρα της μονάδας στην οποία υπηρετεί κατά τις μέρες κάποιας αργίας
- (για πρόσ.) απόλυση, εκδίωξη από μία θέση, παύση από αξίωμα, αποπομπή, καθαίρεση
- (μτφ.) α) απόκλιση από ένα αρχικό σημείο, β) χαλάρωση των σχέσεων με κάποιον.
Ετυμολογία
< απομακρύν(ω) -σις > -ση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απομάκρυνση», σσ. 108-109. https://navalhistory.gr/lexiko/απομακρυνση/