απόταξη
η, ουσ.
(στρατ.) η οριστική απομάκρυνση από το στράτευμα μόνιμου αξιωματικού ή υπαξιωματικού εξαιτίας σοβαρότατου παραπτώματος.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀπόταξις < ἀποτάσσω [= αποχωρίζω, ξεχωρίζω, προσδιορίζω ή καθορίζω ιδιαιτέρως].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απόταξη», σ. 112. https://navalhistory.gr/lexiko/αποταξη/