navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αποικία

αποικία

η, ουσ.

  1. (ιστορ.) νεότερη πόλη που ιδρύθηκε σε μακρινούς τόπους από τους κατοίκους της μητέρας πόλης (της μητρόπολης) και διατηρεί, άριστες πολιτισμικά και οικονομικά, σχέσεις μαζί της
  2. (πολιτ.) χώρα που βρίσκεται κάτω από την κυριαρχία άλλου κράτους, στρατιωτικά και οικονομικά δυνατότερου
  3. ομάδα από άτομα που ζουν κοινοβιακά
  4. (βιολ.) σύνολο ζώων ή μικροοργανισμών που ζουν ομαδικά.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀποικία.

Παράγωγα

αποικιακός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αποικία», σ. 107. https://navalhistory.gr/lexiko/αποικια/