αποικία
η, ουσ.
- (ιστορ.) νεότερη πόλη που ιδρύθηκε σε μακρινούς τόπους από τους κατοίκους της μητέρας πόλης (της μητρόπολης) και διατηρεί, άριστες πολιτισμικά και οικονομικά, σχέσεις μαζί της
- (πολιτ.) χώρα που βρίσκεται κάτω από την κυριαρχία άλλου κράτους, στρατιωτικά και οικονομικά δυνατότερου
- ομάδα από άτομα που ζουν κοινοβιακά
- (βιολ.) σύνολο ζώων ή μικροοργανισμών που ζουν ομαδικά.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀποικία.
Παράγωγα
αποικιακός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αποικία», σ. 107. https://navalhistory.gr/lexiko/αποικια/