navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αποικώ

αποικώ

ρ. [μετβ.]

πηγαίνω να εγκατασταθώ σε ξένη χώρα, στην αποικία, μεταναστεύω.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀποικέω, -ῶ.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αποικώ», σ. 107. https://navalhistory.gr/lexiko/αποικω/