άξονας
ο, ουσ.
- νοητή ή πραγματική ευθεία γύρω από την οποία περιστρέφεται ένα σώμα
- η ευθύγραμμη μεταλλική βέργα που ενώνει τους δύο τροχούς του αυτοκινήτου
- (ιστορ.) ο συνασπισμός της Γερμανίας και της Ιταλίας κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο
- (μτφ.) η βασική γραμμή, το βασικό πλαίσιο κάποιου θέματος, 4. (φρ.) «άξονας αιωρούμενος / αναρτήσεως / αναστροφής / αντλίας / βαρούλκου / ενδιάμεσος / εύκαμπτος / εφεδρικός κάθετος / μαγνητικός μεγίστου κύκλου / μετάδοσης κίνησης / μεταφοράς / οπτικός / ουδέτερος / παλινδρομικός / στροβίλου / στροφαλοφόρος / τελικός / της γης».
Ετυμολογία
< αρχ. ἄξων, γεν. -ονος, ὁ, [= (πληθ.) οἱ ἄξονες, οι ξύλινοι πίνακες των νόμων του Σόλωνα, που ήταν φτιαγμένοι έτσι ώστε να στρέφονται πάνω σε άξονα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άξονας», σ. 101. https://navalhistory.gr/lexiko/αξονασ/