αποβατικός
-η, -ο, επίθ.

- κατάλληλος για απόβαση
- [το ουδ. ως ουσ.] (στρατ.) το «αποβατικό», πλοίο κατάλληλα σχεδιασμένο και ναυπηγημένο για αποβάσεις στρατιωτών, αυτοκινούμενων μέσων μεταφοράς και πολεμικών αρμάτων, [αρματαγωγά οχηματαγωγά και οπλιταγωγά], «αποβατικό δεξαμενόπλοιο», σύγχρονος τύπος πολεμικού πλοίου για μεταφορά αποβατικών σκαφών, κατάλληλα επίσης διαμορφωμένο ως πλωτή δεξαμενή αλλά και μικρό ελικοπτεροφόρο, «αποβατικό εφόδου», μικρή άκατος των αρματαγωγών και των αποβατικών [αποβατηγών] δεξαμενοπλοίων.
Ετυμολογία
< μτγν. ἀποβατικός [= αυτός που πηδάει από το άλογο].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αποβατικός», σ. 105. https://navalhistory.gr/lexiko/αποβατικοσ/