navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αξονικός

αξονικός

-ή, -ό, επίθ.

αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον άξονα: «αξονικός τομογράφος / κύλινδρος», «αξονική τομογραφία».

Ετυμολογία

< γαλλ. axonique (-ique=-ικός).

Επιρρήματα

αξονικά [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αξονικός», σ. 101. https://navalhistory.gr/lexiko/αξονικοσ/